ἑλένιος

ἑλένιος· ἀγγεῖον χωροῦν τέταρτον, Hsch. [full] ἑλενοί· κλήματα τὰ τῶν ἀμπέλων, Id.; cf. ἕλινος.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Άκρων Ελένιος — (τέλη 2ου αι. μ.Χ.). Ρωμαίος λόγιος. Έγραψε πολύ αξιόλογα σχόλια πάνω σε έργα του Τερέντιου και ιδιαίτερα πάνω σε ποιήματα του Οράτιου, που χρησιμοποιήθηκαν αργότερα από αρκετούς άλλους Λατίνους λόγιους. Από τα γραπτά όμως δεν έχει σωθεί τίποτε.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.